Πέμπτη, 14 Οκτωβρίου 2010

ηρθε ο καιρος

Οι πυλες τ’ ουρανου βροντήξαν
Τα δοντια μου
το κρυο -σαν θανατο- το μαρμαρο δαγκώσαν

Ηρθε ο καιρος

Να πισωστρατισω ενδεης , δεχομενος την συντριβη μου
Μακρυα απ τη πολη, το καστρο και τα τειχη μου,
σωριασμενα τωρα ερειπια μεσ τους καπνους

Μακρυα απ τα φουσατα των καταχτητων φονιαδων
που αλωσανε τα απραγα μου νιατα

Αμετρητες, χυθηκαν, φορες επανω μου
Ανεκοπα κι αξοδευτα κι ανεσπλαχνα και μανιασμενα

Και τωρα ηρθε ο καιρος

Πισω να παω, εξοριστος, σε αγιασμενα χωματα
Να βρω ταγή για τ΄ άτια μου
Με σεβας να ενσταλαξω την παραλυμενη μου ψυχη
Να στησω νεες βαρδιες γυρω μου
Και να θρηνησω την αρχεγονη και προδομενη μου λαχταρα

Εγω ο, μεχρι χθες ,ανοσιος, αλωβητος και ασεβης
Εγω, που εταχθην, παιδιοθεν, απ τους ακαρδους θεους
να ερθει καποτε ο καιρος, να μαθω

η Ακλονητη Δυναμη ποια ειναι,
και ποιος ο Ανθρωπος,
καλα να ξεχωριζω


ΜΑΝΤΑΤΩΡ

Ηρθε επι τελους
ο μαντατορας

Και εγραψε σ ενα χαρτι
αυτες τις λεξεις.

Αγαμεμνων, Αχιλλεας,Πριαμος,Παρης,Οδυσσεας,Μενελαος και Εκτωρ


Μη σκιαζεσαι. Δεν φερνω συμφορα, ειπε
Οι Λαμιες του Θανατου με προσταξαν να ερθω
Να θυμηθεις το ατιμητο, το αθανατο, το αιωνιο
που παντα αλλαζει τη μορφη
και παντα ιδιο μενει

Αναξια και απρεπα λογια
μην μου μιλας, του ειπα

Εγω την Τροια αγαπησα
που ακομη δεν γνωριζω
κι αναπαμο δεν εχω

AΒΑΤΟΣ ΓΗ

Η μνημη δεν διαιρειται ουτε μοιραζεται
και η ασκητικη με προσαραξε

Ημιθανης παλαιοθεν και υστερος ενθεος,
μεσ την κραιπαλη στριμωχτηκα και αναλωθηκα

στο αξιον εστι του ερωτα

της καθε υπερποντιας επιθυμιας και ονειρωξης

Αναρωτηθηκα ποιο μιγμα αρωματων
βαφει στιλπνα τις ατελειωτες νυχτες των αγοραιων ονειρων μας

στους δισεκτους χρονους

Αργησα να μαθω να ερμηνευω τον ηχο των βηματων μου

οταν σερνομουν ως θεομορφος και τρανος ρηγας

μεσα στα απονερα αφιλοξενων γειτονιων

Κερδισα αψεγως την νυχτα με το σπαθι μου

μεσα απο τις αντιδονησεις των αγρυπνιων μου

και αυτοανακυρηχθηκα αντροκαρδος


Τι αραγε προηγειται
Τι επεται
Τι οριζεται ως αξιοπρεπης παραδοση και παραδεισος
Και ποτε εγειρομαστε

απο τα στασιδια μας,

σακατεμενοι απ τις προσευχες μας
και γονηπετεις πια,

να αφουγκραστουμε των Αγιων τους ψιθυρους

και τις αμφισημες προφητειες τους,
οτι ολα τελειωσαν

Οταν θα εχω ολοκληρωσει την απαγγελια της μυσταγωγου Οδυσσειας

του εξαναγκασμου της ολης μου υπαρξης

Κι οταν συναισθανθω τι εχει χαθει

Μια ασεληνο νυχτα
μ ολα τα τερατωδη μυστικα και τις ατερμονες μνημες μου
η θαλασσα,

η θαλασσα
θα με ρουφηξει και θα με καταπιει αυτανδρο

Η εσχατη γαληνη και το μεγαθυμο μηδεν

Εν γη αβάτω

ΠΟΙΟΣ

Ποιος οριζει την ντροπη

Ποιος την δειλια.

Τα τρανους θυμους, ποιος.

Ποιος λυτρα αριφνητα με βαζει να προσφερω

να μη μου τρωει τα σωθικα η πικρα

Ποιος στον ουρανο τον μεγα

με σερνει απο το αρμα του

Ποιος αδακρυτος μ΄ αναγκαζει

καθε βραδυ σπονδες να κανω σε αθεατους θεους

Ποιος με ξεχωριζει απο τις παλιες γενιες

που θρεψαν την γη μου, ως εταιριαζε στη μοιρα

Ποιος πρωτοστατορας παιανιζει

χτυπωντας με λυσσα τα κυμβαλα μες το μυαλο μου

Μηπως εγω ο λιγοψυχος με τα περισσια παθη;

Κυριακή, 6 Ιουνίου 2010

τοσο απλα

Ακουστηκε σαν βοη απο αλογα που καλπαζουν
Το χαροπαλετο του πανω στο κρεβατι

Μετα γυρισε τα ματια στο κιτρινο ταβανι

Δεν παρακαλεσε, δεν σκεφτηκε, δεν εκλαψε

Απλα ειδε
Τον εαυτο του παιδι
Την μανα του, του φιλους του, το γρατζουνισμενο του γονατο, τα παγωτα, το κυριακατικο μεσημεριανο τους φαγητο, τον πελωριο και περιεργο κοσμο.

Ενιωσε την ιδια αγωνια που ειχε παιδι μπροστα στο αγνωστο

Μετα αφησε την τελευταια του ανασα
Ακουστηκε σαν μια πνοη απο ανοιξιατικο αερακι

Εξω στο παρκο τα παιδια χαλουσαν τον κοσμο με τις φωνες τους

Σάββατο, 3 Απριλίου 2010

τοτε μονο

Όταν γαντζώνεσαι επάνω μου
Φυσάει απ το παράθυρο μας εκείνο το ανοιξιάτικο αεράκι.
Όταν με κοιτάς στα μάτια
Σαλπάρει αθόρυβα το πλοίο της γραμμής
Όταν παραδίνεσαι στα χέρια μου
Αρχίζει η ψαλμωδία των χαιρετισμών
Όταν περιμένεις ένα νεύμα μου
Αρχίζω και μιλώ

φαντασματα

Αερικά.
Φαντάσματα.
Απ’ άλλους κόσμους έρχονται.

Μας πλησιάζουν.
Μας κοιτούν περίεργα και μας αφουγκράζονται.
Μας τυραννάνε με την παρουσία τους και δεν λένε να μας αφήσουν.

Μέχρι να εκλιπαρήσουμε για την κατανόησή και τη συγχώρεση τους.